Iστορία

 

Κατά την μυθολογία, το νησί πήρε το όνομά του ήρωα Μυκόνου, γιου του Αινίου του Καρύστου και Ρυούς της Ζάρυκος (Στέφ. Βυζάντιος). Αποικήθηκε αρχικά από τους Αιγυπτίους, Ικάριους, Φοίνικες και Μινωίτες, κατόπιν από τους Ίωνες υπό την καθοδήγηση του Ιπποκλέους του Νήλου και πατέρα του Φοβίου ή Φορβίου. Οι αρχαίοι συγγραφείς αναφέρουν στην Μύκονο και τον ποταμό Αχελώο, ανύπαρκτο σήμερα, και το όρος «Δίμαστον» που είναι δικόρυφο, ευρισκόμενο πάντως μεταξύ δύο όρων (Ανωμερίτη και Βορνιώτη).

Aλλη μυθολογική παράδοση που στην αρχαία Μύκονο αναφέρεται στο φόνο των γιγάντων από τον Ηρακλή στο νησί αυτό (Στράβωνος Ί 487), από εκεί φαίνεται να προήλθε και η παροιμιώδης φράση: "Πάντες υπό μία Μύκονον" που αναφέρεται σε πολλά ανόμοια και ασυνάρτητα πράγματα που βρίσκονται σε μία κατηγορία [2]. Ο Στράβωνας αναφέρει επίσης ότι οι Μυκόνιοι ήταν φαλακροί, ενώ άλλοι συγγραφείς υπερβάλλοντας αναγράφουν ότι παρέμεναν άτριχοι ήδη από την βρεφική τους ηλικία. Οι αρχαίοι θεωρούσαν τους Μυκόνιους άπληστους και φιλοκερδείς αντίληψη που αντανακλάται στη φράση: "Μυκόνιος γείτων".[3] Κατά τους ιστορικούς χρόνους η Μύκονος αναφέρεται σπάνια. Από τον Ηρόδοτο (ΣΤ΄118) αναφέρεται ως ορμητήριο του Πέρσου Δάτιδος το 490 π.Χ.

Η Μύκονος έχει 2 κύρια μοναστήρια, το ένα στην σημερινή «Aνω Μερά» και στη θέση «Παλαιόκαστρο», ΝΔ της σημερινής πόλης. Οι Μυκόνιοι, που ανήκαν στην Δηλιακή Συμμαχία, κατέβαλλαν στους Αθηναίους συμμαχικό φόρο ενός ταλάντου. Λάτρευαν εκτός τις υπόλοιπες θεότητες του Πανελληνίου Δωδεκαθέου ιδιαίτερα τον Διόνυσο και την μητέρα του Σεμέλη, την Δήμητρα (Χλόη) και τον Ποσειδώνα, και προς τιμή τους τελούσαν πανηγυρικές γιορτές με θυσίες κάπρων, αμνών και κριών.

Τα νομίσματα της Μυκόνου φέρουν τον Διόνυσο ολόσωμο με την κεφαλή του ή την κεφαλή του Ποσειδώνα.

 Aegean Maritime Museum

Σύγχρονη ιστορία


Μετά την ρωμαϊκή κυριαρχία η Μύκονος ακολούθησε την τύχη της υπόλοιπης Ελλάδας. Κατά τους Βυζαντινούς χρόνους ανήκε στο θέμα των νησιών του Αιγαίου Πελάγους. Ίδια τύχη ακολούθησε η Μύκονος από το 1204 επί Φραγκοκρατίας, όπου περιήλθε στην βενετική οικογένεια του Ανδρέα Γκύζη, που διατήρησε το νησί μέχρι το 1390. Κατά το χρονικό αυτό διάστημα ιδρύθηκε η σημερινή πόλη Μύκονος, πυρπολήθηκε από τον Αραγώνιο ναύαρχο Ρογήρο Λούρια. Μετά το 1390 η Βενετία διώκει την Μύκονο. Έκτοτε αρχίζει η Τουρκοκρατία, κατά το πρώτο διάστημα της οποίας το νησί διώκεται από καπιτάνου και επιτροπής Χριστιανών, διατελούντων από τον Μπέη της Κω, μετά το 1669 δίνεται ως τιμή στους μεγάλους διερμηνείς της Πύλης, εισπράττοντας δια επιτροπής τους φόρους και έχοντας τους αντιπροσώπους αυτούς ως διοικητές. Μεταξύ αυτών των τιμαριούχων της Μυκόνου γνωστότεροι παρέμειναν οι Παναγιωτάκης Νικούσιος και Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος (1669-1709). Κατά την επανάσταση του Ορλώφ, η Μύκονος κατελήφθη από τους Ρώσους, οι οποίοι την είχαν στην κατοχή τους το διάστημα 1770-1774. Γενικά όμως κατά την Τουρκοκρατία η Μύκονος διαμορφώθηκε σε ναυτικό νησί και παρείχε στον οθωμανικό στόλο μια γαλέρα και πληρώματα. Κατά τους χρόνους εκείνους το νησί ήταν γεμάτο πειρατές και κουρσάρους, που αποτελούσαν φόβο των τριγύρω νησιών και των διερχομένων του Αιγαίου εμπορικών πλοίων.

Κατά τον Ιερό Αγώνα η Μύκονος πρωτοστάτησε ηρωικά με τα πλοία της, τα οποία ενώθηκαν με τα λοιπού στόλου υπό τον Τομπάζη και αντιστάθηκαν κατά των Τούρκων επανειλημμένως χάρη στην ηρωίδα Μαντώ Μαυρογένους. Κατ´ επανάληψη ο Τούρκος στόλαρχος επιχείρησε να αποβιβαστεί αλλά οι Μυκόνιοι απομάκρυναν τους Τούρκους σκοτώνοντάς τους ή και τραυματίζοντάς τους. Κατά το 1825, η Μύκονος υπέστη βιαιοπραγία από τον Αυστριακό ναύαρχο Παυλούκα με τη δικαιολογία ότι οι Μυκόνιοι είχαν διαπράξει πειρατική αταξία. Στην πραγματικότητα όμως αυτός ενήργησε με διαταγή της κυβέρνησής του κινούμενος εχθρικά κατά του Ελληνικού Αγώνα.

Το 1887 μετά το ναυάγιο του Αγγλικού ατμόπλοιου VOLTA στα βόρεια παράλια του νησιού, αποφασίστηκε η κατασκευή του φάρου στη θέση "Αρμενιστής". Τελικά η Γαλλική Εταιρεία Φάρων ανέλαβε και ολοκλήρωσε την κατασκευή του έργου το 1891. Το ύψος του πέτρινου φάρου είναι 19 μέτρα και τό εστιακό του ύψος είναι 184 μέτρα. Ο μηχανισμός του αρχικού φανού που ήταν κατασκευής SAUTER LEMONIER, βραβεύτηκε από την Διεθνή Εκθεση των Παρισίων και λειτούργησε στην κορυφή του φάρου Αρμενιστή μέχρι το 1983. Από τότε εκτίθεται στο προαύλιο του Ναυτικού Μουσείου Αιγαίου που στεγάζεται σε ένα παραδοσιακό κυκλαδίτικο κτήριο του 19ου αιώνα, στο κέντρο της Μυκόνου, στη θέση Τρία Πηγάδια.

Το 1923 με την ανταλλαγή πληθυσμών, εγκαθίστανται στο νησί Μικρασιάτες πρόσφυγες οι οποίοι εμπλουτίζουν τον πολιτισμό του νησιού με νέα στοιχεία όπως την τεχνογνωσία ύφανσης που κατέστησε τη Μύκονο κέντρο υφαντικής.


 Πηγή - Βικιπαίδεια

                               
Γεωγραφία

Γενικά η Μύκονος έχει σχήμα ακανόνιστου τριγώνου που διακόπτεται από μικρούς ορμίσκους, κυριότεροι των οποίων είναι ο Πάνορμος προς Β., ο Τούρλας προς Δ., όπου και ο κύριος λιμένας και η Χώρα (πρωτεύουσα). Κυριότερα ακρωτήρια της Μυκόνου είναι η Αληγόμαντρα (ΝΔ.) ο Αρμενιστής (ΒΔ.), και το Ευρύ (Α.) απέναντι από το Δραγονήσι. Σε απόσταση 2 μίλια ΝΔ. της νήσου βρίσκεται η ιστορική Δήλος και δυτικότερα αυτής η Ρήνεια που μαζί με άλλες βραχονησίδες, όλες ακατοίκητες, υπάγονται διοικητικά στη Μύκονο.

Το έδαφος της Μυκόνου είναι επί το πλείστον πετρώδες και ελάχιστα ομαλό. Υφίστανται μόνο δύο βουνά, αμφότερα δίκορφα μετρίου ύψους: ο Ανωμερίτης (ανατολικά) και ο Βορνιώτης (βόρεια). Και των δύο η υψηλότερη κορυφή τους λέγεται "Προφήτης Ηλίας". Η Μύκονος στερείται δασών και παρουσιάζει λίγη φυτεία με αντίστοιχη περιορισμένη καλλιέργεια κυρίως σε σιτάρι, σταφύλια και σύκα. Έχει πολλούς χείμαρρους και κανέναν ποταμό. Υφίσταται μόνο μια πηγή παρά τη θέση της Μονής Τουρλιανής. Η ύδρευση παλαιότερα γινόταν από πηγάδια. Σήμερα οι ανάγκες υδροδότησης καλύπτονται από το εργοστάσιο αφαλάτωσης, που λειτουργεί στην περιοχή του Κόρφου, και από τα δύο φράγματα, του Μαραθιού και της Μαούς.

Το υπέδαφος της Μυκόνου έχει χαρακτηριστεί πλούσιο σε κοιτάσματα μαγγανιούχου σιδήρου, χαλκού, και γαληνίτη, πλην όμως παραμένουν ανεκμετάλλευτα. Κυριότερα γεωργικά προϊόντα είναι κριθάρι, σταφύλια και σύκα, καθώς και περιορισμένη κτηνοτροφία. Χαρακτηριστικό είναι το τυρί της Μυκόνου, η γνωστή «κοπανιστή» με πικάντικη καυτερή γεύση.Ένα, επίσης, τοπικό τυρί είναι η τυροβολιά (ή τ'ροβολιά στο μυκονιάτικο ιδίωμα),ανάλατο τυρί με το οποίο γίνεται το ξινότυρο και οι παραδοσιακές πίτες ,μελόπιτα και κρεμμυδόπιτα. Παλαιότερα η Μύκονος ήταν σπουδαίος κυνηγότοπος για ορτύκια και τρυγόνια. Επίσης οι κάτοικοι ασχολούνται και με την αλιεία, που δεν καλύπτει τις ανάγκες της νήσου.

Ο δήμος Μυκόνου

Ο δήμος Μυκόνου περιλαμβάνει το νησί της Μυκόνου, τα νησιά Ρήνεια και Δήλο, οι οποίες στην τοπική διάλεκτο καλούνται και "Δήλες", καθώς και μικρότερες νησίδες γύρω από τη Μύκονο. Αποτελείται από δύο δημοτικά διαμερίσματα.

Η Μύκονος παράγει και πολιτισμό μέσω των φορέων της 'K.Δ.Ε.Π.Α.Μ.' (είναι η 'Κοινωφελής Δημοτική Επιχείρηση Πολιτιστικής Ανάπτυξης Μυκόνου'), του πιο πρόσφατου Πολιτιστικού Οργανισμού "Γεώργιος Αξιώτης" καθώς και μέσω Του Γρυπάρειου Πολιτιστικού Κέντρου.